Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ


«Όμορφες ή κακομούτσουνες, ενάρετες ή διεφθαρμένες, υπάκουες ή αναιδέστατες, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη βυζαντινή ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους, ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, εξακολουθεί να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.» Απόσπασμα από το βιβλίο του ΖΕRARD WALTER «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο».
Η ανδρική βυζαντινή κοινωνία και το χριστιανικό ιερατείο έθεταν τη γυναίκα στο περιθώριο του δημόσιου βίου. Ωστόσο αυτοκρατόρισσες και μεγαλοαρχόντισες κατείχαν σημαντική θέση στο πολιτικό προσκήνιο. Ο χριστιανισμός, το ρωμαϊκό δίκαιο σε συνδυασμό με τους παλαιότερους ανατολικούς πολιτισμούς αποτέλεσαν τους παράγοντες για τη θέση της γυναίκας. Ο χριστιανισμός εκείνη την περίοδο εξακοντίζει τη γυναίκα στο περιθώριο και την καθιστά υπεύθυνη χιλιάδων κακών. Ακόμη η παλιά αυστηρότητα που προσπαθεί να συγκροτήσει το παλιό ρωμαϊκό δίκαιο και η παραδοσιακή θέση της γυναίκας στα ρωμαϊκά χρόνια περιορίζουν το ρόλο των γυναικών. Και φυσικά οι παλιότεροι ανατολικοί πολιτισμοί εναπόθεταν τα θεμέλιά τους στο πατριαρχικό σύστημα. Η αυτονομία της γυναίκας διατηρήθηκε μέχρι τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες. Πλέον ο νόμος δεν αναγνωρίζει τις γυναίκες ως αυτεξούσιες αλλά επιβάλλεται η αντιπροσώπευσή τους από άνδρες. Το 1018-1096 μάλιστα ο Μιχαήλ Ψελλός κάνει υποδεέστερη τη θέση της γυναίκας με την επίσημη διακήρυξη για την ανισοτιμία μεταξύ των δύο φύλων. Με την έντονη εξάπλωση του χριστιανισμού σε συνδυασμό με την αέναη εχθρότητα του αρσενικού ιερατείου προς το γυναικείο φύλο, η Εκκλησία αποκηρύσσει το γυναικείο πληθυσμό. Μεγάλοι χριστιανοί συγγραφείς κάνουν αισθητή τη γνώμη τους για τη θέση της γυναίκας. Πιο συγκεκριμένα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξισώνει τις γυναίκες με τους δούλους. Όπως χαρακτηριστικά λέει: «του ίδιου του σώματος ουκ εξουσιάζει, αλλά δούλη εστί του ανδρός». Ακόμη θεωρεί «ισοτιμία μάχη ποιεί» και υποβαθμίζει τη θέση των γυναικών λέγοντας πως η ανισότητα είναι προϋπόθεση της οικογενειακής ομόνοιας. Ο Μέγας Βασίλειος με τον «Περί παρθενίας» λόγο του τονίζει πόσο σημαντικό χάρισμα είναι η παρθενιά της γυναίκας και αποτρέπει πολλές από κάθε ερωτική πράξη.
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ
Σύμφωνα με τον βυζαντινολόγο Φαίδων Κουκουλέ: «Η γέννησις θήλεος κατά τους βυζαντινούς χρόνους δεν ήτο ευχάριστον γεγονός, δια το λόγον ότι ούτω δεν θα διηωνίζετο της οικογενείας το όνομα, αφετέρου δε θα επιβάλλοντο πολλαί φροντίδες εις τους γονείς δια προφύλαξιν αυτού, όταν δ’έφθανεν εις γάμου ηλικίαν και δια την προίκα του. Χαρακτηριστικόν είναι ότι κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ως και σήμερον ενιαχού, παιδιά ελέγοντο μόνον τα αρρένα.» Όταν η κοπέλα έφτανε στο 6ο έτος της ηλικίας της άρχιζε να μαθαίνει ανάγνωση, γραφή, ιερή ιστορία, αρίθμηση και μουσική, χωρίς να πηγαίνει στο σχολείο. Πράγμα που αποδεικνύει τη μέτρια μόρφωση που λάμβανε. Φυσικά οι κοπέλες με ευγενική καταγωγή είχαν περισσότερες ευκαιρίες για εκπαίδευση. Μετά τα τρία χρόνια της εκπαίδευσής τους οι νεαρές κοπέλες επιδίδονταν στην εκμάθηση των οικιακών εργασιών. Δεν τους επιτρέπονταν καμία έξοδος από το σπίτι ώστε να μην γίνονται βορά των ανδρικών βλεμμάτων. Εξαιτίας αυτών των αντιλήψεων η γυναίκα διαχωρίζονταν από τον άνδρα και απείχε από τις ανδρικές συνευρέσεις, τις διασκεδάσεις και ακόμη και εκεί που διέμενε δεν είχε θέση κοντά στους άνδρες.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΗΘΙΚΗ
Αν μια γυναίκα στο βυζάντιο ήθελε να είναι ενάρετη και αποδεκτή από το κοινωνικό σύνολο, έπρεπε να συμβαδίζει με τους κανόνες ηθικής που πρόσταζε το κατεστημένο για τη γυναικεία φύση. Μια γυναίκα θεωρούνταν ενάρετη, αν έδειχνε σεβασμό και ήταν υπάκουη προς τους γονείς της. Έπρεπε να παραμένει έγκλειστη στο σπίτι μέχρι τη στιγμή που θα παντρευόταν. Ακόμη και η εμφάνισή της έπρεπε να διακατέχεται από σεμνότητα. Φορούσε σεμνά ρούχα και κάλυπτε το κεφάλι της με πέπλο στις λιγοστές εξόδους που είχε. Επίσης και οι κινήσεις της φανέρωναν την πλήρη υποταγή της. Έπρεπε να χαμηλώνει το βλέμμα της, η φωνή της να έχει ήρεμο τόνο, να μιλά  ελάχιστα και το βάδισμά της να είναι προσεγμένο. Της επιβάλλονταν η παρακολούθηση της θείας λειτουργίας και κάθε έξοδος της γίνονταν με συνοδεία κάποιου προσώπου.
ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ





Μικρογραφία σε χειρόγραφο.  Τελετή γάμου.
(©Σύνοψις Ιστοριών Ιωάννου Σκυλίτζη, Ισπανία, Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη)



Ο γάμος ήταν υπόθεση των γονιών και το ζεύγος, πόσο μάλιστα η γυναίκα, δεν είχαν καμία συμμετοχή παρά μετά την τελετή του μυστηρίου. Κατάλληλη ηλικία γάμου για τις γυναίκες ήταν τα 12. Λάμβαναν την κατάλληλη προίκα, στην οποία, παρόλη τη δυσμενή θέση τους, είχαν πολλά δικαιώματα. Αν ο πατέρας μιας κοπέλας δεν την είχε παντρέψει μέχρι τα 25, ήταν ελεύθερη να παντρευτεί χωρίς τη σύμπραξη των γονιών της. Παρόλο που φαινομενικά ο άνδρας ήταν ο κύριος του σπιτιού, η γυναίκα κατείχε την πρωταρχική θέση. Ήταν υπεύθυνη για την ανατροφή των παιδιών της και έδινε τη συγκατάθεσή της για το γάμο τους. Βάση νόμου μπορούσε να κληρονομήσει κάποιο συγγενή της και ο σύζυγός της δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί την προίκα της γιατί η ίδια ήταν διαχειριστής της. Ακόμα η γυναίκες πέρα από τις ασχολίες του οίκου, επειδή δεν μπορούσαν άμεσα να λάβουν μέρος σε ζητήματα και υποθέσεις της πόλης, δρούσαν έμμεσα και καταπιάνονταν με τα φιλανθρωπικά έργα και βοηθούσαν κάθε ευπαθή κοινωνική τάξη. Παρόλο τη διάσταση των απόψεων εκκλησίας και πολιτείας το διαζύγιο αποτελούσε συχνό φαινόμενο στον έγγαμο βίο. Η γυναίκα είχε το δικαίωμα να προβεί σε αίτηση διαζυγίου για πολλούς λόγους:
  • Μοιχεία
  • Φυσική ανικανότητα του συζύγου
  • Η γνώση ότι ο σύζυγός της οργανώνει συνωμοσία κατά του κράτους
  • Απόπειρα δολοφονίας εκ μέρους του συζύγου της
  • Φρενοβλάβεια του συζύγου
  • Απόδειξη μίσους εκ μέρους του συζύγου
  • Η εγκατάσταση παλλακίδας στον οίκο από τον άνδρα
  • Η εξαφάνιση
  • Ο αυτοεγκλισμός σε μοναστήρι
 Όλοι αυτοί οι παράμετροι φανερώνουν τη μέριμνα της πολιτείας για τη γυναίκα. Ωστόσο η καχύποπτη στάση της κοινωνίας εμπόδιζε τις γυναίκες να απευθυνθούν στις αρχές και να κάνουν αίτηση διαζυγίου, γιατί θα αμαυρώνονταν η φήμη τους και η τιμή τους. Έτσι γίνονταν συχνά θύματα κακομεταχείρισης των συζύγων τους. Μολοταύτα η υποταγή στο σύζυγο ίσχυε μόνο για τις γυναίκες που ο χαρακτήρας τους και η υπόστασή τους δεν τους επέτρεπε να φερθούν διαφορετικά. Οι υπόλοιπες που ήταν αηδιασμένες από τον έγγαμο βίο αντιστέκονταν είτε με διαζύγιο είτε με εξωσυζυγικές σχέσεις.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ
Η θέση της μητέρας σε όλη την επικράτεια ήταν σημαντική και περιβάλλονταν από σεβασμό και αγάπη. Ύμνος για τη μητέρα αποτελεί το χρυσόβουλο που εξέδωσε το 1081 ο αυτοκράτορας Αλέξιος 1ος, φεύγοντας σε εκστρατεία και αφήνοντας τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας του στη μητέρα του Άννα Δαλασσηνή: «Δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει όσο μια μητέρα με τρυφερότητα και αγάπη. Δεν υπάρχει έπαλξη ισχυρότερη από αυτήν όταν κάποιος κίνδυνος παρουσιάζεται στον ορίζοντα, όταν αντιμετωπίζεται μία οποιαδήποτε συμφορά. Γιατί, αν αυτή δώσει μια συμβουλή, η συμβουλή της είναι σίγουρη κι αν προσευχηθεί οι προσευχές της είναι ένα στήριγμα και μια προστασία ακατανίκητη.»
















Η ΠΑΛΛΑΚΕΙΑ
Η παλλακεία ήταν συχνό φαινόμενο. Οι παλλακίδες ήταν δούλες, απελεύθερες, φτωχοκόριτσα και αριστοκράτισσες που έμεναν κοντά σε άντρες, οι οποίοι τους παρείχαν τα απαραίτητα και τις κρατούσαν κοντά τους με τη δικαιολογία να αποκτήσουν παιδί σε περίπτωση που η σύζυγός τους έπασχε από στειρότητα. 
 
ΣΥΝΕΙΣΑΚΤΙΣΜΟΣ
Ο συνεισακτισμός ήταν η συνήθεια κληρικών και κοσμικών να βάζουν στο σπίτι τους απροστάτευτες παρθένες οι οποίες τους βοηθούσαν και τους υπηρετούσαν έναντι της αντρικής προστασίας, που παρόλο την απαγόρευση του διατηρήθηκε μέχρι την άλωση της Πόλης.
ΠΟΡΝΕΙΑ
Συχνό φαινόμενο στο Βυζάντιο. Το μεγαλύτερο ποσοστό αποτελούνταν από φτωχά κορίτσια που έψαχναν να βρούν την τύχη τους στις παραπλανητικές υποσχέσεις των προαγωγών, σκλάβες διαφόρων δουλοκτητών και αιχμάλωτές πολέμου. Οι πόρνες αμείβονταν με χρήματα αλλά και με άλλα είδη, κατόπιν συμφωνίας. Επίσης τα πορνεία δέχονταν βαρύτατη φορολογία από την πολιτεία και μάλιστα πολλές φορές τους παρείχε και στέγαση. Όπου ευδοκιμεί η πορνεία ακμάζει και η μαστροπεία η οποία θεωρήθηκε και επάγγελμα σε ορισμένες περιόδους δείγμα που φανερώνει την υποβαθμισμένη θέση της γυναίκας.

ΔΟΥΛΕΙΑ
Δούλες ήταν φτωχά κορίτσια, τα οποία τα είχαν πουλήσει οι γονείς τους, για να επιβίωσει η υπόλοιπη οικογένεια. Τις έλεγαν κόρας ή καύκας και δούλευαν σκληρά, τηρούσαν σκληρή πειθαρχία, έτρωγαν ελεεινής ποιότητας φαγητό, ντύνονταν με άθλια ρούχα ώστε να ξεχωρίζουν και τους φέρονταν άσχημα οι αφέντες τους. Στην περίπτωση που διέπρατταν αδικήματα τους επιβάλλονταν φοβερές κακοποιήσεις.
ΧΗΡΕΣ








Η χήρα Δανιηλίς, που εικονίζεται εδώ αναφέρεται στις πηγές του 9ου αιώνα ως μια από τις πλουσιότερες ιδιοκτήτριες γης. Μικρογραφία από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη, τέλη 12ου-αρχές 13ου αιώνα.
Madrid, Biblioteca Nacional, fol. 102r(a).
© Biblioteca Nacio



Οι χήρες ήταν κατηγορία σεβαστή από την κοινωνία, αν τηρούσαν τους κανόνες ηθικής. Μπορούσαν να ξαναπαντρευτούν ωστόσο θα δέχονταν την επικριτική αντιμετώπιση της κοινωνίας. Συνήθως αποτελούσαν υποδείγματα σεμνότητας και δέχονταν την προστασία και τη μέριμνα του κράτους.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
Η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα, ωστόσο ασχολούνταν με άλλου είδους επαγγέλματα. Κυρίως εργάζονταν οι φτωχότερες και οι κατώτερης τάξης γυναίκες, για να επιβιώσουν και η πιο συχνή ενασχόλησή τους ήταν η πώληση προϊόντων. Ασχολούνταν επίσης με το εμπόριο και την υφαντουργία και πολλές από αυτές διεύθυναν γυναικεία λουτρά ή καπηλεία. Ακόμη ήταν κι αυτές που καταπιάνονταν με το χορό και την ηθοποιία.





Στην εικόνα, παράσταση εργαστηρίου υφαντικής. Μικρογραφία χειρογράφου, τέλη 13ου αιώνα.




ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Η βυζαντινή ήταν κυνηγημένη από την Εκκλησία και τους κληρικούς. Μεγάλη απόδειξη της αντιπαράθεσης μεταξύ Εκκλησίας και γυναίκας ήταν η πολυετή σύγκρουση της αυτοκράτειρας Ευδοξίας και του τότε πατριάρχη Ιωάννη Χρυσόστομο. Ο μισογύνης πατριάρχης κατέκρινε τη φιλόδοξη και αυταρχική πολιτική που ακολουθούσε η Ευδοξία και είχε καταφέρει να κερδίσει το λαό σαν πραγματικός αυτοκράτορας. Η Εκκλησία επέβαλε πολλούς περιορίσμούςς στις γυναίκες, ωστόσο πολλές από αυτές αναζητούσαν και ανακάλυπταν τρόπους για να ξεπεράσουν τις υπερβολικές χριστιανικές απαγορεύσεις με τις οποίες οι εκκλησιαστικοί απαιτούσαν από όλη την κοινωνία να ζήσει την αφύσικη και στερημένη ζωή που ζούσαν αυτοί. Πολλές φορές ο νόμος αντιστοιχούσε με την Εκκλησία. Πολλά αδικήματα που διέπρατταν οι γυναίκες τιμωρούνταν με εγκλεισμό σε μοναστήρι. Επίσης ο νόμος επιβάλλονταν και στις γυναίκες που άνηκαν στην εκκλησιαστική ζωή. Μάλιστα ο Ιουστινιανός είχε θεσπίσει την ποινή του θανάτου για τις διακόνισσες που καταπατούσαν τον όρκο αγνότητας. Μεγάλος αριθμός των μοναστηριών αποτελούνταν από καλόγριες. Αυτές ασχολούνταν με φιλανθρωπικά κέντρα, νοσοκομεία, πτωχοκομεία, γηροκομεία και ορφανοτροφεία που υπήρχαν κοντά στα μοναστήρια. Οι καλόγριες έβγαιναν συχνά έξω για διάφορους λόγους, πράγμα που απαγορεύτηκε εξαιτίας της μυστηριακής έλξης που ασκούσε ο μοναχισμός και του προκλητικού ενδύματος που φορούσαν τα οποία ηλέκτριζαν τα ανδρικά βλέμματα.
ΑΛΛΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


 














Αναπαράσταση της Αγίας Ελένης και της Θεοδώρας                      

Πέρα από αυτές τις γυναίκες υπήρξαν κι αυτές που το όνομα τους σημάδεψε την ιστορία του Βυζαντίου. Επτά φορές οι χήρες διάφορων μοναρχών άσκησαν πλήρη εξουσία σαν επίτροποι των ανήλικων παιδιών τους. Η Αγία Ελένη είχε είδη αποδείξει πως μια γυναίκα από καπηλειό μπορεί να επηρεάσει τη θρησκευτική πορεία ενός κόσμου. Η περίφημη Θεοδώρα απέδειξε πως μια γυναίκα από πορνείο, μπορεί να γίνει πρωτεργάτρια του «χρυσού αιώνα» μιας αυτοκρατορίας.
Παρόλη τη μειονεκτική θέση της και τις προσταγές του κατεστημένου, η Βυζαντινή κατάφερε να δώσει το δικό της άρωμα, άλλοτε εύκολα άλλοτε δύσκολα, σε μια αυτοκρατορία ανδρών.


Στην εικόνα, γυναίκες που χορεύουν σε πανηγύρι. Μικρογραφία χειρογράφου (Κυνηγετικά Οππιανού), α' μισό 11ου αιώνα






ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΑΣΤΑΚΟΥ

ΕΤΟΣ: 2013-2014

ΘΕΜΑ: Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

ΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΤΣΙΝΗΣ, ΜΑΡΙΑ-ΑΡΤΕΜΙΣ ΜΑΥΡΙΑΚΑ, ΝΙΚΟΣ ΜΕΝΤΗΣ

ΠΗΓΕΣ: 
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ (ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΡΖΗ)
 ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΟΜΟΣ Β (ΦΑΙΔΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ)
 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (ΖΕΡΑΡΝΤ ΒΑΛΤΕΡ)


ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Τοιχογραφία. Θεσσαλονίκη, Ναός Αγίου Νικολάου Ορφανού, Αναπαράσταση τραπεζιού με γεύματα. (©ΕΚΒΜΜ)

Στα Βυζαντινά χρόνια
Οι γραπτές πηγές δίνουν πολλές πληροφορίες για τη διατροφή των Βυζαντινών. Βασική επιδίωξη ήταν η αυτάρκεια του νοικοκυριού και γι' αυτό κάθε οικογένεια καλλιεργούσε τα βασικά λαχανικά και εξέτρεφε κάποια ζώα (κυρίως πουλερικά). Βέβαια αυτό ήταν δύσκολο να ισχύει στις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, που την περίοδο της ακμής της έφτανε τους 500.000 κατοίκους. Για αυτές τις περιπτώσεις επενέβαινε η κρατική μέριμνα, κυρίως μέσω του έπαρχου της πόλης.
Τα κύρια γεύματα των Βυζαντινών ήταν το πρόγ(ε)υμα ή πρόφαγον, το άριστον ή μεσημβρινόν (γεύμα), καθώς και ο δείπνος. Έτρωγαν χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια, αφού το πιρούνι ήταν άγνωστο μέχρι το 10ο αιώνα και η χρήση του σπάνια στους επόμενους αιώνες. Χρησιμοποιούσαν επίσης κοχλιάρια ή κουτάλια και μαχαίρια. Πριν και μετά το φαγητό έπλεναν τα χέρια τους, χρησιμοποιώντας το χέρνιβ(ι)ον (πήλινο ή μεταλλικό αγγείο).

Το Ψωμί
Από πάνω αριστερά προς τα δεξιά: σιλιγνίτης, το πιο λευκό ψωμί ( Ο πιο ακριβός τύπος ψωμιού ήταν ο καθαρός άρτος. Υπήρχαν δυο κατηγορίες του, ο σιλιγνίτης και ο σεμιδαλίτης. Ο πρώτος παρασκευαζόταν με εξαιρετικά σχολαστικά αλεσμένο και κοσκινισμένο σίτινο αλεύρι. ) ~ σεμιδαλίτης (durum wheat)~ ρυπαρός (ολικής άλεσης ψωμί) ~ ψωμάκια φτιαγμένα με αλεύρι βρώμης και σιτάλευρο ολικής άλεσης ~ ψωμί σίκαλης.
Το ψωμί είχε τόσο σημαντικό ρόλο στη βυζαντινή διατροφή που η συντεχνία των αρτοποιών της Κων/πολης ήταν απαλλαγμένη από δημόσιες λειτουργίες για να μην διακοπεί η διαδικασία της παραγωγής του.
Οι πλούσιοι φυσικά έτρωγαν λευκό πολύ καλής ποιότητας ψωμί, αντίθετα με τους φτωχούς και τους αγρότες.

Όσπρια - Λαχανικά
Η φθηνότερη και πιο διαδεδομένη τροφή για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν τα λαχανικά και τα όσπρια. Με δεδομένες δε τις μεγάλες περιόδους νηστείας που προβλέπει η Εκκλησία, και τις οποίες φαίνεται ότι τηρούσαν με αρκετή ευλάβεια οι Βυζαντινοί, οι τροφές αυτές καταναλώνονταν για μακρύ χρονικό διάστημα από το σύνολο του πληθυσμού. Δεν είναι πάντα εύκολο να ταυτίσουμε τα διάφορα είδη λαχανικών που αναφέρουν οι πηγές. Μεγάλη κατανάλωση είχαν τα λάχανα, τα πράσα, τα κρεμμύδια, τα τεύτλα, τα μαρούλια, τα ραδίκια, το καρότο, ο αρακάς, η ρόκα. Άγνωστες φυσικά ήταν οι πατάτες και οι ντομάτες, που έφτασαν στην Ευρώπη πολύ αργότερα.Τα όσπρια ήταν φθηνά και είχαν την τιμητική τους στο τραπέζι των ασθενέστερα οικονομικά τάξεων.
Το γεγονός ότι τα όσπρια μπορούσαν να διατηρηθούν επί μακρόν επέτρεπε να φθάνουν στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και στις απομακρυσμένες περιοχές της αυτοκρατορίας.Τα πιο συνηθισμένα όσπρια ήταν το «φασούλιν», τα «κουκκία», η φακή, τα «λουπινάρια» και τα «ερεβίνθια».
Μεγάλη κατανάλωση φαίνεται να είχαν τα άγρια χόρτα και οι βολβοί. Το μαγείρεμα των λαχανικών είχε μεγάλη ποικιλία, τα έφτιαχναν, μάλιστα και τουρσί, για να μπορούν να τα καταναλώνουν και κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Σούπες
Μετά από το 1204 και την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους σταυροφόρους, οι διατροφικές συνήθειες φαίνεται να διαφοροποιούνται, τόσο από τις δυτικές επιρροές, όσο και από την οικονομική κρίση που ακολούθησε.
Σούπες και ζωμοί με διάφορα λαχανικά, όσπρια, ψάρια ή και παστό κρέας φαίνεται ότι αποτελούσαν μία συνηθισμένη επιλογή στα βυζαντινά νοικοκυριά του 13ου αιώνα.

Κούπα Τέλη 13ου - αρχές 14ου αιώνα
Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

Αβγά
Τα αβγά κότας ήταν ένα συνηθισμένο τρόφιμο στο Βυζάντιο. Τρώγονταν βραστά, ψητά, τηγανητά ή και «ροφητά» (ωμά). Οι βυζαντινοί προτιμούσαν τ΄ αβγά των φασιανών σε σχέση με τ΄ αβγά της χήνας, της πάπιας και της πέρδικας.
Φρούτα και ξηροί καρποί
Τα φρούτα και οι ξηροί καρποί αποτελούσαν το επιδόρπιο των Βυζαντινών. Φρούτα, όπως τα σύκα και τα σταφύλια τα αποξέραιναν και μαζί με κάστανα, αμύγδαλα, φιστίκια και κουκουνούρια τα έτρωγαν τους χειμερινούς μήνες.

Το γάλα και το τυρί
Τα γαλακτομικά προϊόντα δεν έλειπαν από το βυζαντινό τραπέζι, ιδιαίτερα στην ενδοχώρα, όπου η κτηνοτροφία ήταν περισσότερο διαδεδομένη.
Το τυρί οι Βυζαντινοί το έφτιαχναν από γάλα πρόβειο, κατσικίσιο, αγελαδινό, αλλά και βουβαλίσιο.
Στις γραπτές πηγές αναφέρονται διάφορες ποικιλίες τυριών, όπως το ανθότυρον, η μυζήθρα, το κρητικόν το περιφήμο «βλάχικον τυρίτσιν», αλλά και το χαμηλής ποιότητας «ασβεστότυρον» .
Από το γάλα έφτιαχναν ακόμη «οξύγαλον»(γιαούρτι) και βούτυρο.
Η ελιά και το λάδι
Ο ελαιόκαρπος υπήρξε, στα βυζαντινά χρόνια, ένα πολύ διαδεδομένο, πρόχειρο και νηστίμο προϊόν. Οι ελιές διατηρούνταν σε άλμη (αλμάδες), σε ξίδι ή σε «οξύμελι» (ξίδι και μέλι μαζί).Γνωστές, επίσης, ήταν οι "θλαστές" (τσακιστές) και οι «δρουπάτες» (θρούμπες). Σχετικά διαδομένη ήταν και η χρήση του ελαιολάδου στη μαγειρική τουλάχιστον στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές της αυτοκρατορίας.

Συλλογή ελαιοκάρπου
Μικρογραφία χειρογράφου (Κυνηγετικά Οππιανού), 11ος αιώνας.









Ψάρια και θαλασσινά
Τα ψάρια οι Βυζαντινοί τα έτρωγαν «εκζεστά» (βραστά), «οφτά» (ψητά) ή «τηγάνου» (τηγανητά).
Τα παστά ψάρια ήταν διατηρημένα σε χοντρό αλάτι και καταναλώνονταν κυρίως το χειμώνα, αλλά και καθόλη τη διάρκεια τους έτους στις περιοχές της αυτοκρατορίας, που ήταν απομακρυσμένες από τη θάλασσα.
Στο βυζαντινό τραπέζι σερβίρονταν ακόμα και θαλασσινοί μεζέδες, τα λεγόμενα «αγνά» (καλαμάρια, χταπόδια, γαρίδες, χτένια, πεταλίδες, μύδια, στρείδια, αχινοί κ.λπ), τα οποία τα μαγείρευαν με διάφορους τρόπους ή τα έτρωγαν ωμά.

Τοιχογραφία.  Βουλγαρία, Μονή Κρεμίκοβτσι, Αναπαράσταση τραπεζιού με εδέσματα.
(©Φωτογραφικό Αρχείο ΕΚΒΜΜ)

Κρέατα
Το κρέας δεν αποτελούσε καθημερινή τροφή για τους Βυζαντινούς. Όχι μόνον επειδή ήταν μάλλον σπάνιο και ακριβό, αλλά και εξαιτίας των νηστειών που υπαγόρευε η χριστιανική θρησκεία, για τις μισές τουλάχιστον ημέρες του χρόνου.
Περισσότερο αγαπητό ήταν το χοιρινό κρέας, το οποίο μαγείρευαν με ποικίλους τρόπους.
Από το τραπέζι τους δεν έλειπαν τα αρνιά, οι γίδες, τα βοοειδή, καθώς και το κυνήγι π.χ. ελάφια και λαγοί.
Βρώσιμα θεωρούνταν όλα σχεδόν τα μέρη των ζώων -ακόμα και το κεφάλι, η ουρά, τα πόδια και τα εντόσθια. Το κρέας που δεν καταναλώνονταν αμέσως -μετά από τη σφαγή του ζώου-, συνήθως παστώνονταν, προκειμένου να διατηρηθεί μεγαλύτερο διάστημα.
Πουλερικά
Είναι το κρέας που έτρωγαν περισσότερο από κάθε άλλο. Η ποικιλία ήταν πολύ μεγάλη. Ωστόσο, οι πηγές αναφέρουν ότι οι Βυζαντινοί προτιμούσαν τις πάπιες, τις χήνες, τα περιστέρια, τα παγόνια, τις πέρδικες, τα κοτσύφια και τις τσίχλες.
Υπήρχαν, μάλιστα και ειδικά εκτροφεία παγωνιών, καθώς το πουλί αυτό ήταν στην κορωνίδα των προτιμήσεων της άρχουσας τάξης.
Σάλτσες
Ψάρια, λαχανικά και κρέατα περιχύνoνταν συχνά με σάλτσες, που ονομάζονταν «σαβούραι». Οι περισσότερες πολυτελείς σάλτσες είχαν ως βάση το λάδι ή το βούτυρο. Η πλέον δημοφιλής σάλτσα των Βυζαντινών ονομάζονταν «γάρος» ο οποίος παρασκευαζόταν από ψάρια, εντόσθια, βράγχια, αίμα ψαριών, αλάτι, πιπέρι και παλιό κρασί. 



Σαλτσάριο
Χρονολόγηση: Μεσοβυζαντινό
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ








 

Καρυκεύματα
Οτιδήποτε μπορούσε να καταστήσει το φαγητό νόστιμο ονομάζονταν από τους Βυζαντινούς «ήδυσμα» ή «άρτυμα».
Ανάμεσα στα αρτύματα κυρίαρχη θέση είχε το λάδι, τα λίπη, το σκόρδο, τα γαλακτοκομικά, το ξίδι και οι σάλτσες.
Από τα καρυκεύματα συνηθισμένα ήταν η ρίγανη, ο δυόσμος, το πιπέρι, το σέλινο, το πράσο, ο άνηθος, το δενδρολίβανο και το κύμινο.
Επίσης, χρησιμοποιούσαν και πιο εξωτικά καρυκεύματα, όπως η κανέλα και το μοσχοκάρυδο.
Από το σινάπι, μάλιστα, έφτιαχναν ένα είδος μουστάρδας, που συνόδευε τα ψάρια και τα αλλαντικά. Τέλος, ως εξαιρετικό ήδυσμα οι Βυζαντινοί θεωρούσαν τον κρόκο (ζαφορά).



Σκεύος για αρτύματα
Χρονολόγηση: Τέλη 12ου - αρχές 13ου αιώνα
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Για επιδόρπιο
Βασικό συμπλήρωμα της διατροφής ήταν τα φρούτα (μήλα, αχλάδια, σύκα ξερά και φρέσκα, κεράσια, σταφύλια, πεπόνια κ.ά.), καθώς και οι ξηροί καρποί (καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια). Τέλος, ως επιδόρπια (επίδειπνα ή δούλκια) είχαν διάφορα γλυκίσματα. Κύριο γλυκαντικό μέσο ήταν το μέλι. Γνωστά γλυκίσματα της εποχής είναι ο σησαμούς (παστέλι), η μουστόπιτα (μουσταλευριά), το κυδωνάτον (κυδωνόπαστο), διάφορα γλυκά κουταλιού, καθώς και είδος τηγανίτας (το λάγανον ή λαλλάγγι). Ένα γλύκισμα (κοπτοπλακούς) με φύλλα ζύμης, αμύγδαλα, καρύδια και μέλι μοιάζει να είναι ο πρόγονος του μπακλαβά.
Κρασί και άλλα ποτά
Οι Βυζαντινοί αγαπούσαν το κρασί και είχαν μία μεγάλη ποικιλία. Το κάθε κρασί αναφέρονταν με το όνομα της περιοχής απ΄ όπου προέρχονταν.
Αναμείγνυαν παλαιό κρασί με μέλι και πιπέρι και έφτιαχναν το «κονδίτον».
Άλλα αλκοολούχα ποτά ήταν ο «μηλίτης», ο «μυρτίτης», ο «απίτης», ο «φοινικίτης» κ.λπ.
Γνώριζαν την μπίρα, αλλά έφτιαχναν και μία σειρά άλλα ποτά μη αλκοολούχα, όπως από εκχύλισμα αμυγδάλων, μελίγαλα, ροδόμελι κ.λπ.
                                                      



Συμπεραίνουμε λοιπόν πως οι διατροφικές συνήθειες των Βυζαντινών έχει κάποια κοινά χαρακτηριστηκά με την σημερινή εποχη π.χ όπως τότε έτσι και σήμερα το ψωμί,το λάδι αλλά και το κρασί αποτελλούν βασικά συστατικά και των  δύο εποχών.Η διατροφή των Βυζαντινών επηρεάζεται από αυτή  των Ρωμαίων και με αυτή των Αρχαίων Ελλήνων.




Εργασία της μαθήτριας
Παπαζώη Αγγελικής της Β τάξεως του ΓΕΛ Αστακού.






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ελένη Σταμπόγλη, Πρόσκληση σε γεύμα, εκδ.  Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2002
http://www.fhw.gr/chronos/09/gr/k/1081/main/k15b.html
http://exploringbyzantium.gr/EKBMM/Page?name=ypomeleti&lang=gr&id=21&sub=221&level=1
http://gastronomion.blogspot.gr/search/label/%CE%97%20%CE%94%CE%99%CE%91%CE%A4%CE%A1%CE%9F%CE%A6%CE%97%20%CE%A3%CE%A4%CE%9F%20%CE%92%CE%A5%CE%96%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%9F

Βυζαντινή Μουσική

a

Υγρό πυρ


Ο ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

  • Η ίδρυση του Ιπποδρόμου
Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης ιδρύθηκε στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο. Η εγκατάσταση συμπληρώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και διακοσμήθηκε με περίφημα έργα τέχνης (όπως η Λύκαινα του Ρωμύλου, τα επίχρυσα άλογα του Λύσιππου) τόσο απ ' αυτόν όσο και από μεταγενέστερους αυτοκράτορες.
 
  • Η λειτουργία του Ιπποδρόμου
Ο Ιππόδρομος, το Ιππικό όπως τον αποκαλούσαν οι υπήκοοι της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποτελούσε το κέντρο του πολιτικού και του κοινωνικού βίου. Εκεί αναγορεύονταν οι αυτοκράτορες, γίνονταν υποδοχές των επισήμων, οι πανηγυρισμοί για τις στρατιωτικές νίκες, οι επευφημίες ή οι αποδοκιμασίες των ηγεμόνων, οι εκτελέσεις των θανατικών ποινών, αλλά και οι αρχές των εξεγέρσεων. Επίσης στη διάρκεια των ιπποδρομιών οι θεατές επευφημούσαν τον αυτοκράτορα και συχνά εξέφραζαν σ’ αυτόν τα αιτήματα ή και τα παράπονά τους. Όμως, η κατεξοχήν λειτουργία του χώρου ήταν οι αρματοδρομίες, που πραγματοποιούντο σε τακτές ημερομηνίες ή με την ευκαιρία ευχάριστων γεγονότων και αποσκοπούσαν στη διασκέδαση του πλήθους. Εκτός από τις ιπποδρομίες, διεξάγονταν επίσης διάφορα θεάματα, κυρίως αναπαραστάσεις κυνηγιού με άγρια ζώα, ακροβασίες, σχοινοβασίες, παραστάσεις μίμων, αλλά και τα προαναφερθέντα αγωνίσματα, τα οποία ως επί το πλείστον ακολουθούσαν την ελληνορωμαϊκή αθλητική παράδοση.


  • Η σημασία του για την Αυτοκρατορία
Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο Ιππόδρομος, όπως και άλλοι δημόσιοι χώροι της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης, ενίσχυαν το αίσθημα του δεσμού με την πόλη της Ρώμης, λειτουργώντας παράλληλα ως πολιτικός θεσμός, συμβάλλοντας εν γένει στη θριαμβική αυτοκρατορική ιδεολογία. Αποτελούσε τον τόπο όπου παρουσιάζονταν οι νέοι αυτοκράτορες ή έρχονταν σε επαφή με το λαό στα πλαίσια εορταστικών εκδηλώσεων, ενώ εκεί πραγματοποιούνταν ακόμα σημαντικές εκτελέσεις. Μέσα από τα αγωνίσματα του Ιπποδρόμου και τη λαϊκή συμμετοχή, δημιουργήθηκαν φατρίες (δήμοι) καταλαμβάνοντας ξεχωριστές κερκίδες επί της δυτικής πτέρυγας του ιπποδρόμου και απέναντι από το Κάθισμα του αυτοκράτορα. Σταδιακά απέκτησαν χαρακτηριστικά πολιτικών ή θρησκευτικών παρατάξεων, μέσα από τις οποίες ο Ιππόδρομος εξελίχθηκε σε τόπο δημόσιας έκφρασης.

  • Οι Συντελεστές του
Η οργάνωση των ιπποδρομιών είχε ανατεθεί στους Δήμους. Οι Δήμοι ήταν αθλητικά σωματεία, που είχαν μέλη και οπαδούς πολίτες που τους άρεσαν οι ιππικοί αγώνες. Από τα χρώματα των στολών και των λαβάρων τους, οι Δήμοι ονομάζονταν Πράσινοι, Βένετοι (Γαλάζιοι), Λευκοί και Κόκκινοι. Λέγεται πως τα χρώματα αντιπροσώπευαν τις εποχές: Λευκό για το χιόνι του Χειμώνα. Πράσινο για τη χλόη της Άνοιξης. Κόκκινο για τη ζέστη του καλοκαιριού και γαλάζιο ή βένετο για την καταχνιά του Φθινοπώρου. Κατά τον καιρό που βασίλευε ο Νέρωνας, οι Πράσινοι απορρόφησαν τους Κόκκινους και οι Βένετοι τους Λευκούς. Οι Πράσινοι αντιπροσώπευαν τα λαϊκά στρώματα ενώ οι Βένετοι την αριστοκρατική τάξη. Οι επικεφαλείς των δήμων, οι δήμαρχοι πιθανών να ορίζονταν από τον αυτοκράτορα. Το κοινό πάθος για τη νίκη των ομάδων τους όμως τους έκανε να φιλονικούν συχνά μεταξύ τους.   Παλαιότερα θεωρούνταν λανθασμένα ότι οι Βένετοι ήταν εκπρόσωποι των αριστοκρατικών ενώ οι Πράσινοι των λαϊκών στρωμάτων της βυζαντινής κοινωνίας. Φαίνεται όμως ότι η σύνθεση των δήμων ήταν πιο περίπλοκη και συνδύαζε περισσότερες τάσεις, πολιτικοκοινωνικές και θρησκευτικές. Το μεγαλύτερο μέρος και των δύο παρατάξεων αποτελούνταν από τα ευρύτερα στρώματα του αστικού πληθυσμού, όμως μέσα από τις παρατάξεις εξέφραζαν τα συμφέροντά τους άλλα, πολύ ισχυρά τμήματα της βυζαντινής κοινωνίας. Έτσι, οι ιθύνοντες των Βένετων εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα της παλιάς ελληνορωμαϊκής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και από θρησκευτικής άποψης υποστήριζαν την ορθοδοξία. Οι ιθύνοντες των Πράσινων, από την άλλη, εξέφραζαν τα συμφέροντα των αστών αξιωματούχων που αναδείχθηκαν στο παλάτι και στην κρατική διοίκηση, καθώς και τις επιδιώξεις των πλούσιων εμπόρων.


  • Η Στάση του Νίκα
Με βάση τις βυζαντινές πηγές προκύπτει ως προς τα γεγονότα της στάσης ότι: αφορμή της στάσης στάθηκε η διαμαρτυρία από τους ηγέτες του δήμου των Πρασίνων κατά του συνεργάτη του Ιουστινιανού Καλαπόδιου στον ιππόδρομο. Ακολουθούν επεισόδια και συλλήψεις, που καταλήγουν στην εκτέλεση πέντε οπαδών των δήμων στην κρεμάλα, από τους οποίους σώζονται δύο που  φυλάσσονται σε κοντινή μονή. Γίνεται διαμαρτυρία στους αγώνες στις 13 Ιανουαρίου και ζητείται η απελευθέρωσή τους, χωρίς ανταπόκριση από τον αυτοκράτορα. Έτσι, ακολουθεί η συμφιλίωση των δύο δήμων και οι πρώτες ταραχές και φωτιές στην Πόλη. Αυτές οδηγούν σε αποδοχή από τον αυτοκράτορα του αιτήματος απόλυσης τριών συνεργατών του κατά την επόμενη μέρα στους αγώνες, χωρίς όμως να επιτευχθεί η εκτόνωση της κρίσης. Γίνεται νέα επίθεση στα ανάκτορα, ακολουθεί έξοδος του Βελισάριου επικεφαλής μισθοφόρων και αιματηρή αλλά χωρίς αποτέλεσμα σύγκρουση και νέα σύγκρουση στο Οκτάγωνο. Η αναποτελεσματική εμφάνιση του Ιουστινιανού με το Ευαγγέλιο στον Ιππόδρομο, οδηγεί στην ενθρόνιση από τους δήμους του (απρόθυμου) ανιψιού του αυτοκράτορα Αναστασίου, του Υπάτιου (που επιδιώκει αρχικά επαφή με το παλάτι) και σε τήρηση ουδετερότητας από μέρος της φρουράς. Η ηττοπάθεια του Ιουστινιανού, που επιθυμεί να διαφύγει, μοιάζει να οδηγεί σε επικράτηση των στασιαστών, αλλά η αποφασιστικότητα της Θεοδώρας, που τον πείθει ν’ αγωνιστεί, οδηγεί σ’ ένα τελικό σχέδιο δράσης: στην εξαγορά πρώτα των Βένετων ηγετών από το Ναρσή και στην τελική επίθεση από το Βελισάριο, το Μούνδο, τον Κωνσταντίολο, το Βασιλίδη (και τον ίδιο τον Ιουστινιανό) στον ιππόδρομο, όπου γίνεται η σφαγή 30.000 λαού και η σύλληψη και εκτέλεση του Υπάτιου. Αποτέλεσμα της στάσης ήταν ένα τρομερό χτύπημα κατά των λαϊκών ελευθεριών. Ο Ιουστινιανός γίνεται δεσποτικότερος και οι δήμοι έχασαν προσωρινά τις εξωαθλητικές αρμοδιότητές τους. Τις ανέκτησαν βέβαια ως ένα βαθμό, στις επόμενες δεκαετίες, όχι όμως στο βαθμό του να μπορούν να ασκούν κριτική στον αυτοκράτορα και να έχουν τη δυνατότητα οργανωμένης αντίδρασης (που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα λαϊκή εξέγερση).Έτσι, δήμοι του Βυζαντίου άκμασαν από τα μέσα του 5ου ως τις αρχές του 7ου αι. Από εκεί και πέρα αρχίζει μια σταδιακή παρακμή τους που θα κρατήσει μέχρι το 1204, οπότε και χάνονται εντελώς, ενώ παράλληλα παύουν και οι αρματοδρομίες.

  1. Ο Ιππόδρομος του βυζαντίου (e-Ιστορία) 
    http://www.e-istoria.com/81.html 

ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ: ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ ΦΩΤΙΟΣ,ΚΡΙΚΡΗΣ ΒΑΙΟΣ.